Εισαγωγή στη Θεωρία των Εργασιακών
Σχέσεων και της Οικονομικής της Εργασίας
Οι εργασιακές
σχέσεις ως επιστημονικός κλάδος, αλλά και ως θέμα της καθημερινής
πραγματικότητας, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της σύγχρονης ζωής. Η πιο γνωστή
δημόσια εκδήλωση της λειτουργίας ενός συστήματος εργασιακών σχέσεων είναι η
εκδήλωση των απεργιών, δηλ. της προσωρινής διακοπής της εργασίας που επιβάλουν
οι συνδικαλιστικές οργανώσεις με σκοπό να προωθήσουν τα συμφέροντα των μελών
τους. Ο σύγχρονος άνθρωπος έχει συνηθίσει να ζει με τις απεργίες που εύστοχα
έχει αναφερθεί ότι αποτελούν "το πρωινό γεύμα της δημοκρατίας*(1) .
Ο θεσμός του
συνδικαλισμού είναι, μαζί με το κοινοβούλιο και την τοπική αυτοδιοίκηση, ένα
από τα βάθρα της δημοκρατίας, με τα θετικά και τα όποια αρνητικά του δεδομένα.
Αν και τα τελευταία χρόνια, η συνδικαλιστική δράση και η εκδήλωση των απεργιών
έχουν χάσει σημαντικό μέρος από την παλιά τους γοητεία, την πολιτική ρητορεία
και ευρύτερη απήχηση, δεν παύουν να αποτελούν κυρίαρχο στοιχείο και εσωτερικό
δεδομένο των κεφαλαιοκρατικών οικονομιών, όπου λειτουργούν οι δημοκρατικές
αντιπροσωπευτικές διαδικασίες, μέσα σ' ένα πλαίσιο ομάδων συγκρουόμενων
συμφερόντων.
Οι εργασιακές
σχέσεις, πέραν των άλλων, αποτελούν ένα σημαντικό επιστημονικό κλάδο του οποίου
η διδασκαλία και έρευνα έχει αναπτυχθεί σοβαρά διεθνώς. Συγγενεύουν κατά κύριο
λόγο με την οικονομική της εργασίας, αλλά αντλούν δεδομένα και από άλλους
κλάδους των κοινωνικών επιστημών, όπως η κοινωνιολογία, η βιομηχανική
ψυχολογία, η νομική, η ιστορία, η διοικητική και η πολιτική επιστήμη.
Ο όρος
εργασιακές σχέσεις, όπως φαίνεται και από τον τίτλο του, υπονοεί, κατά πρώτο
λόγο, κάθε επίσημη και ανεπίσημη σχέση εργασίας ανάμεσα σε μισθωτούς και
εργοδότες.
Στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες όπου
λειτουργούν θεσμοί τριμερούς συνεργασίας ανάμεσα σε συνδικαλιστικούς
εκπρόσωπους των μισθωτών, των εργοδοτών και των εργασιακών φορέων του
κράτους*(2) , ο όρος εργασιακές σχέσεις εκφράζει αυτή την τριμερή σχέση όπως
απεικονίζεται από το απλό σχήμα που παρουσιάζεται εδώ:
Κεντρικό
σημείο των εργασιακών σχέσεων είναι οι συλλογικές διαπραγματεύσεις που
αναφέρονται "ως η διαδικαστική μέθοδος με την οποία οι ενώσεις των
μισθωτών διαπραγματεύονται με τους εργοδότες ή τις ενώσεις τους, τις αμοιβές,
τους όρους και τις συνθήκες εργασίας των μελών τους*(3) . Οι συνδικαλιστικές
οργανώσεις, σύμφωνα με τον κλασικό ορισμό των Sidney και Beatrice Webb,
"αποσκοπούν στην προαγωγή και προάσπιση των συμφερόντων των μελών τους*(4)
.
Όπως ήδη
αναφέρθηκε οι εργασιακές σχέσεις ασχολούνται, εκτός από τις σχέσεις εργασίας,
με τους μισθούς και τα ημερομίσθια, την απασχόληση και την ανεργία, τις
συλλογικές διαπραγματεύσεις, τις συλλογικές συμβάσεις, τις συλλογικές διαφορές
και τις απεργίες, καθώς και με παρεπόμενα θέματα όπως λ.χ.: οι επιπτώσεις της
νέας τεχνολογίας στην απασχόληση, ο θεσμός της συμμετοχής, οι εργασιακές
σχέσεις και η παραγωγικότητα, κ.λ.π. Η οικονομική της εργασίας ασχολείται με
συναφή ζητήματα με τη διαφορά ότι εδώ η οικονομική διάσταση είναι περισσότερο
έντονη. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ οι εργασιακές σχέσεις δίνουν έμφαση στις
εργασιακές πτυχές της οικονομίας, η οικονομική της εργασίας αντίστροφα εξετάζει
περισσότερο τις οικονομικές πτυχές της εργασίας.
Η οικονομική
επιστήμη όπως είναι γνωστό, ασχολείται με το γενικό ερώτημα της διανομής των
πόρων, καθώς και με τον προσδιορισμό των τιμών και των επιπέδων της παραγωγής
στην οικονομία. Η οικονομική της εργασίας επικεντρώνεται σε μια ειδική πλευρά
αυτής της διαδικασίας που αφορά τον προσδιορισμό των μισθών και της απασχόλησης
στην αγορά εργασίας και στη συνακόλουθη διανομή του εισοδήματος ανάμεσα σε
άτομα και οικογένειες. Η οικονομική της εργασίας, όπως προσδιορίζεται και από
την ονομασία της, σε αντίθεση με τις εργασιακές σχέσεις που επικεντρώνονται
κυρίως στις σχέσεις εργασίας, ασχολείται σε μεγαλύτερο βαθμό με ζητήματα
οικονομικού χαρακτήρα, όπως ο τρόπος που καθορίζονται τα επίπεδα και η κατανομή
της αμοιβής της εργασίας, της απασχόλησης, της ανεργίας, κ.λ.π.
Η οικονομική
της εργασίας ασχολείται με θέματα που αφορούν άμεσα τον καθένα μας. Το
ενδιαφέρον της επικεντρώνεται στο χώρο της εργασίας και της απασχόλησης αφού
αναφέρεται ειδικότερα σε ερωτήματα όπως: ποιος εργάζεται, ποια επαγγέλματα
έχουν ζήτηση, γιατί οι άνθρωποι πληρώνονται γι αυτό που κάνουν. Αυτά τα θέματα
δεν είναι αποκλειστικά ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος αν επιπλέον ληφθεί υπ' όψη ότι
η οικονομική ανταμοιβή και η ψυχολογική ικανοποίηση από την εργασία αποτελούν
κεντρικής σημασίας θέματα στην ζωή των περισσότερων ανθρώπων.
Ενώ λίγοι
έχουν ασχοληθεί με πολύπλοκα ζητήματα όπως οι αγορές ξένου συναλλάγματος, τα
δημόσια έσοδα και οι δημόσιες δαπάνες, οι περισσότεροι έχουν μια έστω μικρή
εμπειρία σε θέματα αναζήτησης εργασίας, πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων των
διάφορων επαγγελμάτων, καθώς και σχετικά με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Τέλος ένας άλλος παράγοντας που μπορεί να κάνει προσφιλή την οικονομική της
εργασίας είναι το γεγονός ότι έχει πολλές εφαρμογές σε τρέχοντα κοινωνικά
ζητήματα και αποτελεί συχνά θέμα δημόσιων συζητήσεων. Μήπως θα πρέπει να
αυξηθεί το κατώτερο ημερομίσθιο; Μήπως θα έπρεπε να καταργηθεί; Γιατί η ανεργία
ορισμένων κοινωνικών ομάδων είναι συστηματικά μεγαλύτερη από ότι για κάποιες
άλλες; Η ικανοποίηση των συνδικαλιστικών διεκδικήσεων προκαλούν πληθωρισμό;
Έχουν δίκιο ή άδικο όταν απεργούν; Οι τεχνολογικές αλλαγές θα οδηγήσουν τελικά
σε αύξηση της ανεργίας; Παρ' όλο που η οικονομική της εργασίας μπορεί να μη
δίνει απόλυτες απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα, παρέχει όμως το πλαίσιο
μέσα στο οποίο θα γίνει η συστηματική ανάλυση και προσέγγισή τους. Στόχος
άλλωστε της συστηματικής παιδείας είναι να στήσει τα θεμέλια της γνώσης πάνω
στα οποία ο κάθε εκπαιδευόμενος θα χτίσει το δικό του ίσως και πολυώροφο σπίτι
της κριτικής σκέψης.
Οι εργασιακές
σχέσεις από την πλευρά της ακαδημαϊκής διδασκαλίας και έρευνας χρησιμοποιούν
πολλά στοιχεία και μεθόδους της κοινωνιολογίας, της ιστορίας, της νομικής και
της πολιτικής επιστήμης. Οι μεγάλοι θεωρητικοί των εργασιακών σχέσεων όπως Sidney
and Beatrice Webb*(5) και αργότερα οι John Dunlop, Clark Kerr, Arthur Ross,
Richard Lester, Hue Clegg, Alan Flander*(6) , χρησιμοποιούν στην ανάλυσή τους
κυρίως ιστορικά δεδομένα που συνδέονται με το φαινόμενο της ανάπτυξής του
συνδικαλιστικού κινήματος και των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Σύμφωνα με μια
ευρεία κατάταξη οι Ακαδημαϊκοί αυτοί δάσκαλοι και μελετητές, μαζί με τους
οικονομολόγους Thorstein, Veblen, Wasley Mitchell, Jonh Commons, θεωρούνται ότι
εκπροσωπούν τη λεγόμενη θεσμική σχολή. Στην ίδια σχολή, αλλά με νέες ερμηνείες
και αναλύσεις που προσαρμόζονται και σε πιο πρόσφατα δεδομένα, υπάγονται οι πιο
σύγχρονοι Michael Priore, Peter Dolringer και Barry Bluestone. Οι τελευταίοι
δίνουν έμφαση στο φαινόμενο του κορπορατισμού που συνδέεται με την κατάτμηση
της αγοράς εργασίας και τις επιδράσεις των κοινωνικών και θεσμικών δεδομένων
όπως οι ταξικές και φυλετικές διακρίσεις, κ.λ.π*(7) .
Οι θεσμικοί
αναλυτές απορρίπτουν τη νεοκλασική άποψη του οικονομικού ανθρώπου, της
μεγιστοποίησης των κερδών, όπως και της ύπαρξης του "αόρατου χεριού".
Επίσης αποφεύγουν να χρησιμοποιούν ή χρησιμοποιούν ελάχιστα τα μαθηματικά και
τις καμπύλες αδιαφορίας στις αναλύσεις τους, που θεωρούνται ως βασικά εργαλεία
ανάλυσης για την κλασσική οικονομική σκέψη.
Η νεοκλασική σχολή
έχει σήμερα πολλούς οπαδούς στο χώρο κυρίως της οικονομικής της εργασίας και
λιγότερο των εργασιακών σχέσεων. Οι ρίζες της σχολής αυτής ανατρέχουν στην
κλασσική οικονομική θεωρεία του Adam Smith του David Ricardo και αργότερα του
Alfred Marshall, του John Hicks, του Paul Douglas*(8) . Από τη δεκαετία του
1950, επιφανής εκπρόσωπος της νεοκλασικής σχολής και ειδικότερα των
μονεταιριστών του Σικάγο, είναι ο Milton Freedman καθώς και οι Theodore
Schultz, George Stilger, Jacom Mincer , και Alber Rees, ο οποίος ανέλυσε
διεξοδικά την οικονομική των συνδικαλιστικών οργανώσεων*(9) .
Η νεοκλασική
σχολή δίνει κυρίαρχη θέση στη λειτουργία των αγορών εργασίας οι οποίες
προσδιορίζουν το ύψος των μισθών και την κατανομή της εργασίας. Θεσμικοί
παράγοντες όπως η λειτουργία των επιχειρήσεων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων,
η παράδοση και ο πολιτισμός, οι κοινωνικές τάξεις, η κατανομή του πλούτου, οι
κοινωνικές ανισότητες κλπ, θεωρούνται ως δεδομένοι και αλληλοαναιρούμενοι και
κατ' συνέπεια δε συνυπολογίζονται σοβαρά. Η νεοκλασική θεωρία δίνει έμφαση στην
έννοια του οικονομικού ανθρώπου ο οποίος επιδιώκει να μεγιστοποιήσει το επίπεδο
της ζωής του, πάντοτε προσπαθώντας για το καλύτερο και ανώτερο αποτέλεσμα, με
δεδομένο το πλαίσιο και τις δυνατότητες που υπάρχουν. Βασική αρχή του
"αόρατου χεριού" που κινεί αυτή την ορθολογική συμπεριφορά είναι η
μεγιστοποίηση του οικονομικού αποτελέσματος. Η επίτευξη δηλ, "του
μεγαλύτερου δυνατού αποτελέσματος με τη μικρότερη δυνατή θυσία ή κόστος".
Τέλος υπάρχει
και μια άλλη σχολή, η νεομαρξιστική ή ριζοσπαστική σχολή που έχει επηρεαστεί
από τη μαρξιστική ανάλυση. Βασικοί εκπρόσωποι αυτής της σχολής, (η οποία όμως
έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα μετά την κατάρευση της τέως Σοβιετικής Ένωσης),
είναι οι Victor Allen, David Gordon, Harry Beaverman, Richard Hyman, οι οποίοι
υποστηρίζουν ότι αντί για εργασιακές σχέσεις θα πρέπει να γίνεται λόγος για
εργασιακές αντιθέσεις, όπως εκφράζονται από τις σύγχρονες ταξικές
αντιθέσεις*(10) .
Οι εργασιακές
σχέσεις και η οικονομική της εργασίας έχουν αναπτυχθεί σε μεγάλη έκταση και
βάθος την τελευταία εικοσαετία στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Σε Ακαδημαϊκό επίπεδο
διδάσκονται σε πολλά Πανεπιστήμια ως ένα από τα βασικότερα μαθήματα κυρίως σε
τμήματα οικονομικής και διοίκησης των επιχειρήσεων*(11) . Εξ' αιτίας και του
διακλαδικού τους χαρακτήρα, είναι από τις πλέον δημοφιλείς και διαδεδομένες
μεταπτυχιακές ειδικεύσεις σε επίπεδο Μ.Α. και Ph.D*(12) . Η ανάπτυξή τους
οφείλεται και στο ότι τα ζητήματα του ανθρώπινου δυναμικού αποτελούν καίρια
προβλήματα της εποχής μας.
Σημαντικοί
είναι οι διέξοδοι απασχόλησης σε συναφή ερευνητικά κέντρα, ινστιτούτα,
κρατικούς και ευρωπαϊκούς φορείς, συνδικαλιστικά και εργοδοτικές οργανώσεις,
επιχειρήσεις, κ.λ.π. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στον ΟΟΣΑ, υπάρχουν μεγάλες
διευθύνσεις, τμήματα και κέντρα ερευνών που φέρουν την ονομασία:
"Εργασιακές Σχέσεις, Απασχόληση, Ανθρώπινοι Πόροι", στον τίτλο τους.
Σημαντικές εκδόσεις αλλά και σοβαρά περιοδικά και εφημερίδες αφιερώνουν μεγάλο
μέρος της ύλης τους στα συναφή ζητήματα*(13) . Τα εξειδικευμένα επιστημονικά
περιοδικά που ασχολούνται με τα ίδια θέματα, είναι πολλά και σημαντικά. Ιδιαίτερα
μεγάλη σε αριθμό και ποιότητα είναι επίσης η επιστημονική βιβλιογραφία του
ραγδαία αναπτυσσόμενου αυτού κλάδου. Στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, έχουν
δημιουργηθεί πολλές επιστημονικές ενώσεις υπό τη μορφή επιστημονικών εταιρειών
οι οποίες παράγουν την επιστημονική έρευνα στους ευρύτερους τομείς των
εργασιακών σχέσεων και της οικονομικής της εργασίας.
Παρ' όλη τη
μεγάλη διεθνή διάδοση των κλάδων αυτών, ιδιαίτερα στις αγγλοσαξονικές χώρες
στην Ελλάδα, καθυστέρησε πολύ η εισαγωγή τους ως αυτοτελές πεδίο έρευνας και
διδασκαλίας. Ο όρος εργασιακές σχέσεις καθιερώθηκε για πρώτη φορά με
αρθρογραφία και μελέτες μετά το 1974*(14) . Επιλέχθηκε ο όρος εργασιακές
σχέσεις (labour relations) και όχι βιομηχανικές σχέσεις (industrial relations)
που συνηθίζεται στη Μ. Βρετανία, κυρίως επειδή ο τελευταίος θα έδινε την
εντύπωση ότι πρόκειται για σχέσεις ανάμεσα σε βιομηχανίες*(15) .
Αυτοτελείς
δημοσιεύσεις για θέματα οικονομικής της εργασίας δημοσιεύτηκαν επίσης κατά
κύριο λόγο από τα τέλη της δεκαετίας του 1960*(16) . Αλλά και μέχρι σήμερα,
συγκριτικά με την ακαδημαϊκή και ερευνητική παρουσία των κλάδων σε διεθνές
επίπεδο, η ανάπτυξή τους στην Ελλάδα είναι σχετικά περιορισμένη. Η διαπίστωση
αυτή μπορεί να αποδοθεί στην παραδοσιακά εκτεταμένη επίδραση της νομικής
επιστήμης και ειδικότερα του εργατικού δικαίου πάνω σε εργασιακά ζητήματα, στην
αναιμική ανάπτυξη στη χώρα μας της βιομηχανίας (ένας τομέας όπου αναπτύσσονται
έντονα οι εργασιακές σχέσεις), καθώς και στην ισχυρή πολιτικοποίηση του
ζητήματος, που ως ένα βαθμό απέτρεψε την αντιμετώπιση του από επιστημονική
σκοπιά.
Η ωρίμανση των οικονομικών, πολιτικών
και συνδικαλιστικών δεδομένων, η προώθηση της ένταξης της χώρας μας στην
Ευρωπαϊκή Ένωση και η ανάγκη αναμόρφωσης της Ακαδημαϊκής παιδείας και έρευνας
σε περισσότερα εφαρμοσμένα πεδία, επιβάλλει και προδικάζει την αναβάθμιση και
ανάπτυξη των δύο αυτών σημαντικών συγγενών επιστημονικών κλάδων. Η έκδοση της
Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων όπου θα μπορούν να συμμετέχουν επιστήμονες και
επιφανείς λειτουργοί του συστήματος των εργασιακών σχέσεων στη χώρα μας,
ελπίζεται ότι θα συμβάλλει στην από πολλού αναμενόμενη αναβάθμιση του κλάδου.
Αναγκαίο είναι να προωθηθεί η πρωτογενώς επιστημονική έρευνα, ενώ θα πρέπει να
προωθηθούν εξέχουσες νεαροί επιστήμονες για μεταπτυχιακές σπουδές στον ίδιο
τομέα που αναμένει την ανανέωση και αναβάθμισή του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Παρακαλώ μόνο κολακευτικά σχόλια